Ο Ράμνος  (Rhamnus alaternus είναι θάμνος αειθαλής, που φτάνει τα 4 μέτρα. Φέρει φύλλα δερματώδη, βαθυπράσινα, γυαλιστερά. Ανθίζει Μάρτιο – Απρίλιο, με άνθη μικρά, κιτρινοπράσινα σε ταξιανθίες, τα οποία μετατρέπονται σε σφαιρικούς κόκκινους καρπούς, που αργότερα γίνονται μαύροι. Θεωρείται φυτό κατάλληλο για μπορντούρα, ανθεκτικό στην ξηρασία, στην ημισκιά και στις παραθαλάσσιες περιοχές.

Χρήσιμες πληροφορίες:

Είναι πυκνό δενδρύλλιο που το ύψος του κυμαίνεται από 3 έως 5 μέτρα. Κλαδιά απλωτά, ενίοτε αγκαθωτά. Φυλλοβόλο. Φύλλα κατά ζεύγη από τη μια και την άλλη πλευρά, σουβλερά ή ωοειδή με οδοντωτά χείλη. Aνθη πρασινωπά, πολύ μικρά έμμισχα, στις μασχάλες νεαρών βλαστών. Τα αρσενικά με 4 στήμονες και ένα υποανάπτυκτο ύπερο, τα δε θηλυκά με μία πολύχωρο ωοθήκη, υψηλό στύλο που καταλήγει σε τετραμερές στίγμα. Aνθη αρσενικά και θηλυκά πάνω σε διαφορετικά φυτά (φυτό δίοικο). Ο καρπός είναι ράγα λιθώδης, μαύρη, διαμέτρου 6 έως 10 χιλιοστών, που περικλείει 4 τριγωνικά πρασινοτεφρόχροα σπέρματα. Τα σπέρματα είναι ελαφρώς δηλητηριώδη για τους ανθρώπους αλλά τα πουλιά τους καταναλώνουν με όρεξη.