Τα φυτά Γιουνίπερους ανήκουν στο γένος που περιλαμβάνει πολλά διαφορετικά είδη δένδρων, δενδρυλλίων και θάμνων. Είναι ευρείας προσαρμοστικότητας, πολύ ανθεκτικών, αργής ανάπτυξης. Ιδιαίτερη καλλωπιστική αξία έχουν τα πλαγιόκλαδης ανάπτυξης, τα οποία μπορούν αν φυτευτούν σε ζαρντινιέρα ή για εδαφοκάλυψη. Αυτά φέρουν χρωματισμό φυλλώματος από κίτρινο, πράσινο ή σκούρο πράσινο χρώμα.

Κοινά ονόματα: Κέθρο, κέδρο, κεντροφίδα, κόινος (Νιγρίτα), ρόκιο (Μακεδονία), άρκευθο (Κρήτη), κέντρος (Κρήτη), μηλόκεδρο, μαλλόκεδρο, άγριο κυπαρίσσι, φίδα

Γένος που περιλαμβάνει 60 είδη αειθαλών δέντρων και δενδρυλλίων, τα οποία είναι διαδεδομένα σε όλο το βόρειο ημισφαίριο. Ανήκει στα κωνοφόρα και, μερικά είδη του γένος αυτού, έχουν κιονωτή ή ακανόνιστη μορφή, ενώ άλλα είναι πλαγιόκλαδα ή και έρποντα. Γενικά, ο γιουνίπερος έχει μικρά φύλλα, που στην αρχή είναι βελονοειδή και, αργότερα, γίνονται λεπιοειδή, επάλληλα, και μερικές φορές, μυτερά. Η φλούδα αποσπάται εύκολα σε λωρίδες. Παράγει καρπούς (ράγες) σε διάφορα μεγέθη ανάλογα με το είδος, που το χρώμα τους κυμαίνεται από το σκούρο κόκκινο μέχρι το γαλάζιο και το μαύρο. Από τους καρπούς αυτούς εξάγεται ένα αιθέριο έλαιο που χρησιμοποιείται στην ποτοποιία και μια εσάνς με φαρμακευτικές ιδιότητες. Τα είδη με κιωνωτή μορφή χρησιμοποιούνται ως μεμονωμένα δέντρα, ενώ τα νάνα και τα πλαγιόκλαδα είναι κατάλληλα για εδαφοκάλυψη.

Είδη και ποικιλίες

Γιουνίπερος ο κινέζικος (Juniperus chinensis)
Πρόκειται για μεγάλο δέντρο, που μπορεί να φτάσει το ύψος των 20 μ. Στην καλλιέργεια, όμως, φτάνει, συνήθως τα 7-8 μ. Έχει κομψή εμφάνιση και κόμη. Παράγει μπλε – μαυροειδείς καρπούς.

Είναι πολύ διαδεδομένες οι ποικιλίες «Χρυσή» («Aurea») με πυραμιδοειδή μορφή, η «Χρυσοποίκιλτη» («Aureo – variegata»), η «Κιονωτή Γλαυκή» (Columnaris Glauca»), η «Σφαιρική» («Globosa») και η «Σφαιρική Τεφρόχρους» («Globoso cinerea»), δύο νάνες ποικιλίες, η «Κλαίουσα» («Pendula») με λεπτά και κρεμάμενα προς τα κάτω κλαδιά, πολύ κομψή, η «πφιτζεριάνα» (pfitzeriana») πλαγιόκλαδη, με κρεμάμενες προς τα κάτω άκρες των βλαστών και η «Στενή» («Stricta») με κωνική κόμη και γκριζογάλανα φύλλα.